δραπετεύω


δραπετεύω
[драпэтэво] р. совершать побег, убегать,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "δραπετεύω" в других словарях:

  • δραπετεύω — δραπετεύω, δραπέτευσα βλ. πίν. 19 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • δραπετεύω — δρᾱπετεύω , δραπετεύω run away pres subj act 1st sg δρᾱπετεύω , δραπετεύω run away pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δραπετεύω — (AM δραπετεύω) φεύγω κρυφά μσν. αποφεύγω …   Dictionary of Greek

  • δραπετεύω — δραπέτευσα 1. φεύγω κρυφά: Οι αιχμάλωτοι κατάφεραν να δραπετεύσουν. 2. μτφ., ξεφεύγω: Δραπέτευσα από τη ρουτίνα κάνοντας ένα ταξίδι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δραπετεύετε — δρᾱπετεύετε , δραπετεύω run away pres imperat act 2nd pl δρᾱπετεύετε , δραπετεύω run away pres ind act 2nd pl δρᾱπετεύετε , δραπετεύω run away imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δραπετεύσει — δρᾱπετεύσει , δραπετεύω run away aor subj act 3rd sg (epic) δρᾱπετεύσει , δραπετεύω run away fut ind mid 2nd sg δρᾱπετεύσει , δραπετεύω run away fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δραπετεύσουσιν — δρᾱπετεύσουσιν , δραπετεύω run away aor subj act 3rd pl (epic) δρᾱπετεύσουσιν , δραπετεύω run away fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) δρᾱπετεύσουσιν , δραπετεύω run away fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δραπετεύσω — δρᾱπετεύσω , δραπετεύω run away aor subj act 1st sg δρᾱπετεύσω , δραπετεύω run away fut ind act 1st sg δρᾱπετεύσω , δραπετεύω run away aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δραπετεύσῃ — δρᾱπετεύσῃ , δραπετεύω run away aor subj mid 2nd sg δρᾱπετεύσῃ , δραπετεύω run away aor subj act 3rd sg δρᾱπετεύσῃ , δραπετεύω run away fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δραπετεύῃ — δρᾱπετεύῃ , δραπετεύω run away pres subj mp 2nd sg δρᾱπετεύῃ , δραπετεύω run away pres ind mp 2nd sg δρᾱπετεύῃ , δραπετεύω run away pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)